ευθύβολος

-η, -ο και ευθυβόλος, -ο (ΑΜ εὐθυβόλος και εὐθύβολος, -ον)
1. αυτός που χτυπάει κατ' ευθείαν, που πετυχαίνει τον στόχο, ο εύστοχος (α. «τὰς εὐθυβόλους ἐλεπόλεις» β. «τόξα εὔστοχα καὶ εὐθυβολώτατα»)
2. ο επιτυχής, ο ακριβής («εὐθυβόλους στοχασμούς», Φίλ.)
αρχ.
1. (για τον άνεμο) αυτός που φυσάει προς την ευθεία κατεύθυνση
2. φρ. «εὐθυβόλον ὄνομα» — το ακριβές όνομα.
επίρρ...
ευθυβόλως και ευθύβολα (ΑΜ εὐθυβόλως))
1. με ευστοχία, με επιτυχία
2. με ευθεία διεύθυνση («εὐθυβόλως και διαμπάξ περαιωθῆναι τὸ πέλαγος», Ηλιόδ.)
3. με ακρίβεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευθυ-* + -βολος (< βάλλω) (πρβλ. κεραυνο-βόλος / κεραυνό-βολος, χιονο-βόλος / χιονό-βολος κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθυβόλος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθύβολος — η, ο αυτός που χτυπά, που βρίσκει εύκολα το στόχο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐθυβολώτερον — εὐθύβολος throwing straight masc acc comp sg εὐθύβολος throwing straight neut nom/voc/acc comp sg εὐθύβολος throwing straight adverbial εὐθυβόλος masc acc comp sg εὐθυβόλος neut nom/voc/acc comp sg εὐθυβόλος adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβολώτατα — εὐθύβολος throwing straight adverbial superl εὐθύβολος throwing straight neut nom/voc/acc superl pl εὐθυβόλος adverbial superl εὐθυβόλος neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβολώτατον — εὐθύβολος throwing straight masc acc superl sg εὐθύβολος throwing straight neut nom/voc/acc superl sg εὐθυβόλος masc acc superl sg εὐθυβόλος neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβόλως — εὐθύβολος throwing straight adverbial εὐθύβολος throwing straight masc/fem acc pl (doric) εὐθυβόλος adverbial εὐθυβόλος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβολωτάτοις — εὐθύβολος throwing straight masc/neut dat superl pl εὐθυβόλος masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβολώτατος — εὐθύβολος throwing straight masc nom superl sg εὐθυβόλος masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβολώτερος — εὐθύβολος throwing straight masc nom comp sg εὐθυβόλος masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυβόλοις — εὐθύβολος throwing straight masc/fem/neut dat pl εὐθυβόλος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.